• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go up vi phrasal (rise)σηκώνομαι, ανεβαίνω, ανέρχομαι ρ αμ
 The balloon went up into the air.
 Το μπαλόνι σηκώθηκε στον αέρα.
go up vi phrasal (increase)αυξάνομαι, ακριβαίνω ρ αμ
  (μεταφορικά)ανεβαίνω ρ αμ
 She was very pleased when the price of her shares went up by 20 per cent overnight!
 Χάρηκε πολύ όταν οι τιμή των μετοχών της ανέβηκε κατά 20% μέσα σε μια νύχτα.
go up vi phrasal (be built)ανεγείρομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)χτίζομαι ρ αμ
 The builder confirmed that the front wall will go up before the side walls.
 Ο οικοδόμος επιβεβαίωσε πως ο μπροστινός τοίχος θα χτίζονταν πριν απ' τους πλαϊνούς.
go up vi phrasal figurative, informal (go up in flames: burn, explode)παίρνω φωτιά έκφρ
  (καθομιλουμένη)λαμπαδιάζω ρ αμ
  τυλίγομαι στις φλόγες έκφρ
 A fire started in the kitchen and the house went up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'going up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση going up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «going up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!